ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ

Έφτασε η μέρα που η Βουλή, που έτσι κι αλλιώς στέκεται πάνω και πίσω από το Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, προσπαθεί και να του «κατσικωθεί».  Η κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη την πλειοψηφία που έχει στο νομοθετικό μας σώμα, αποφάσισε να θέσει υπό τον πλήρη, τον αποκλειστικό και -τραβώντας το ακόμα παραπέρα- τον ασφυκτικό έλεγχό της το χώρο του μνημείου και τη χρήση του.  

Το πράγμα είναι τόσο έκδηλα προκλητικό, που από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η κυβερνητική πρόθεση/πρόκληση, η συζήτηση άναψε για τα καλά στα τηλεοπτικά πάνελ, οι δημοσιογραφικές και οι πολιτικοαναλυτικές πένες πήραν φωτιά και το διαδίκτυο γέμισε με συζητήσεις και εκπομπές αφιερωμένες ολόκληρες ή στο μεγάλο τους μέρος στο ζήτημα αυτό. Μήπως με περισσό ενδιαφέρον; Μήπως χωρίς αιτία;

Κάθε άλλο. Η αντίδραση πηγάζει από μια πραγματική ανάγκη, τόσο της κυβέρνησης και των φερέφωνών της να πείσουν για την αναγκαιότητα ή έστω τη «σωστή πλευρά» της πρότασης, όσο κυρίως της υπόλοιπης κοινωνίας, που μοιάζει να μην μπορεί να πιστέψει αυτά που βλέπει και ακούει.

Πρέπει ωστόσο να συμφωνήσουμε, ότι έχει και μια θετική πλευρά το προτεινόμενο νομοσχέδιο. Αφού έδωσε την αφορμή και την ευκαιρία να ανοίξει η συζήτηση, σε ποιον ανήκει, τι είναι και τι συμβολίζει, αυτό το μνημείο. Και πάνω σ’ αυτό ακούστηκαν πολλά.

Από την απαράδεκτη δήλωση του υπεύθυνου επικοινωνιακής πολιτικής της ΝΔ κ. Φεύγα, ότι οι νεκροί των Τεμπών δεν «έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα», μέχρι τη συζήτηση για την προστασία του μνημείου, που οι «νοικοκυραίοι» το θέλουν ευπρεπισμένο και μακριά από τα πολιτικά πάθη.

Όσο κι αν μπαίνουμε στον πειρασμό να απαντήσουμε στον κ. Φεύγα με ένα απλό (και απόλυτα ταιριαστό στην περίπτωση) «άντε γεια! Φεύγα…», θα μείνουμε λίγο περισσότερο, για να δούμε την ουσία αυτής της απόλυτα χλευαστικής δήλωσης, δηλαδή σε ποιον ανήκει και ποιος «χωράει» τελικά στο μνημείο.

Ξεχνάνε όλοι αυτοί που ψάχνουν πού ανήκει το μνημείο, πώς έχει διαμορφωθεί όλος αυτός ο χώρος. Μπροστά του απλώνεται η πλατεία Συντάγματος, που πήρε τ’ όνομά της από την πρώτη επανάσταση του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους, ενάντια στην ξενόφερτη βασιλεία του Όθωνα, με τη λαϊκή απαίτηση να αποκτήσει η χώρα Σύνταγμα. Η ίδια η βουλή και ο χώρος του μνημείου, δόθηκαν στο δημόσιο μετά τους αγώνες του λαού για αβασίλευτη δημοκρατία, που κράτησαν σχεδόν όλο τον 20ο αι. από τα χρόνια του Βενιζέλου, μέχρι το ’74.

Είναι ο χώρος που διαμορφώθηκε, που φτιάχτηκε από τον ίδιο το λαό και τους αγώνες του και που έγινε για να τιμήσει τους αμέτρητους ήρωες αυτών των αγώνων. Και είναι γι’ αυτό η καρδιά όλης της Ελλάδας, της «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά», και όχι γιατί «έτυχε» να γίνει στην Αθήνα που είναι πρωτεύουσα. Ο λαός δεν το θεωρεί δικό του, δεν το απαιτεί δικό του, το έφτιαξε από την αρχή μέχρι το τέλος και είναι απολύτως δικό του, ιστορικά κατοχυρωμένο, τίτλοις και χρησικτησίας και αυτό δεν αναιρείται με νομοσχέδια, όπως δεν αναιρέθηκε τόσα χρόνια με τόνους χημικών και άσκηση κάθε είδους βίας.

Ακόμα παραπέρα ναι, οι κυβερνήσεις του τόπου, που στο 99% του χρόνου διακυβέρνησής τους ασχολήθηκαν μόνο με το πώς να αναιρούν τις λαϊκές κατακτήσεις και να περιορίζουν τις λαϊκές απαιτήσεις, προσπάθησαν να σφετεριστούν και να αλλοιώσουν τη σημασία του μνημείου.

Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι στο μνημείο είναι γραμμένη ακόμα και η Κορέα, για το μισθοφορικό σώμα που πήγε εκεί να πολεμήσει, (άραγε για ποια συμφέροντα;), ενώ δεν υπάρχει χώρος για να γραφεί ο Γοργοπόταμος, ή το ΕΜΠ και οι νεκροί του Πολυτεχνείου… και οι θυσίες συνεχίζονται.

Για τις θυσίες του ελληνικού λαού είναι φτιαγμένο αυτό το μνημείο. Και τολμάει αυτή η κυβέρνηση να αμφισβητεί τη θυσία των νεκρών των Τεμπών. Των νεκρών ενός εγκλήματος από πρόθεση, που όχι μόνο θυσιάστηκαν κάτω από την αβλεψία μιας εγκληματικής κυβέρνησης/συμμορίας, αλλά και μπαζώθηκαν και λοιδορήθηκαν και λοιδορούνται ακόμα και «σακιάστηκαν» χωρίς καμία αιδώ, για να δείξουν σε όλη την οικουμένη πόσο ακριβά πληρώνει ο λαός αυτής της χώρας το τίμημα να θέλει να υπάρχει και να ανθίζει.

 Μια θυσία που δεν έγινε σε καιρό πολέμου ή έστω πολιτικής αναταραχής, από ανθρώπους που ταξίδευαν γιατί δίψαγαν για γνώση, ή για να βρεθούν κοντά στις οικογένειές τους ή για να ολοκληρώσουν κάποιες δουλειές τους. Και δεν έγινε σε μια στιγμή, δεν σταμάτησε στο ίδιο το έγκλημα, αλλά συνεχίζεται 2,5 χρόνια τώρα, από μια κυβέρνηση που, αφού τελευταία στιγμή πρόλαβε να μην προσθέσει άλλον έναν νεκρό στα θύματά της, τον απεργό πείνας κ. Ρούτσι, ζητάει τώρα τη ρεβάνς, προσπαθώντας να σπείρει τον εκφοβισμό και την ηττοπάθεια.

Στο όνομα των «νοικοκυραίων» μας λένε κάποιοι, που θέλουν το μνημείο μακριά από αναταραχές. Είναι αστείο το 2025 να συζητάμε ακόμα με τέτοιους όρους. Με όρους που χρησιμοποιούνταν το 19ο αι. και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, για να διαχωρίσουν την εργατική τάξη από τα μεσαία στρώματα. Όταν ακόμα η εργατική τάξη ξεριζώνονταν βίαια από τα χωριά ή έρχονταν πρόσφυγας εξαθλιωμένος για να βιώσει τις χειρότερες δυνατές συνθήκες.

Από τον Β΄ ΠΠ όμως ακόμα, που οι μηχανές μπαίνουν για τα καλά στη ζωή και τη δουλειά και πολύ περισσότερο σήμερα, την εποχή του αυτοματισμού και της ψηφιοποίησης, τέτοιες αναφορές έχουν χάσει πια κάθε νόημα, για δύο λόγους: Οι σημερινοί εργάτες και υπάλληλοι έχουν υψηλό βαθμό εκπαίδευσης και εξειδίκευσης, κάνοντας δουλειές που απαιτούν γνώση, κρίση και πολλά προσόντα και, το κυριότερο, έχουν κατακτήσει, με χρόνια αγώνων, συνθήκες ζωής που καμία σχέση δεν έχουν με «μη νοικοκυραίους».

Τα ίδια τα μεσαία στρώματα από την άλλη, δέχονται όλο και περισσότερο την πίεση μιας πολιτείας που δεν αφήνει κανένα περιθώριο δημιουργίας και ανάπτυξης, είτε αφήνοντάς τα στην αφάνεια να παρακολουθούν τη συνεχή υποτίμηση της δουλειάς και της ζωής τους, είτε εξολοθρεύοντας τα και εντάσσοντάς τα τελικά στο εργατικό δυναμικό και μάλιστα σε συνθήκες γαλέρας 13ωρου, που προσπαθούν να επιβάλλουν οι ίδιες κυβερνητικές πολιτικές.

Ποιοι είναι λοιπόν άραγε οι «νοικοκυραίοι» και κυρίως ποιοι είναι οι μη «νοικοκυραίοι» σε αυτή τη χώρα; Οι ψεύτικες διαιρέσεις τις οποίες χρόνια προσπαθούν να επιβάλλουν στο λαό, έχουν πλέον καταρρεύσει. Είναι γι’ αυτό που όλο και πιο συχνά, τα προβλήματα γίνονται παλλαïκά και το ίδιο και τα αιτήματα που κυριαρχούν στο κίνημα, που αναπόφευκτα δημιουργείται σε αυτές τις συνθήκες. Και τα Τέμπη είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη.

Είμαστε δυστυχώς ακόμα στην εποχή, που οι νόμοι δεν γίνονται για να απαντήσουν στα κοινωνικά προβλήματα, αλλά για να ποδηγετήσουν τις ανάγκες, να κάμψουν το ηθικό και να  περιορίσουν τις αντιδράσεις του λαού, επιβάλλοντας τη θέληση των «ισχυρών».

Στην εποχή, που η κοινωνία είναι αναγκασμένη να αντιδράει για να παρακάμπτει, να ανατρέπει ή να ξεπερνάει αργά ή γρήγορα τους νόμους και τους περιορισμούς τους, αναγκάζοντάς τους να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα και τις αναγκαιότητές της.

Μέχρι να έρθει ο καιρός, όχι απλά οι νόμοι να γίνονται για το καλό της κοινωνίας, αλλά η ίδια η κοινωνία να μπορεί να τους διαμορφώνει, είμαστε αναγκασμένοι να συνεχίζουμε κινηματικά την αντίθεση και την αντίδρασή μας.

Αυτό το νομοσχέδιο, που η κυβέρνηση είχε το θράσος να το φέρει στη βουλή σαν τροπολογία του υπουργείου μεταφορών, του υπουργείου δηλαδή που είναι το βασικό υπεύθυνο για το έγκλημα των Τεμπών, είναι καταδικασμένο στη λαϊκή συνείδηση πριν ακόμα ψηφιστεί. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ!!!

Σχολιάστε